IMG_6492

Αγαπητέ Α.Α.
Στέλνω αυτές τις γραμμές σα συνέχεια μιας κουβέντας που δεν κάναμε το τελευταίο καιρό. Θα είσαι ο «ιδεατός αναγνώστης» μου ενώ θα προσπαθώ να περιγράψω την θέση μου, ως καλλιτέχνη.

Μάλλον ξέρεις (αλλά δεν είμαι σίγουρος πλέον) πως η δουλειά μου αγκαλιάζει με τρόπο συνεχή, μη συστηματικό, την λογοτεχνία, τα εικαστικά, το σινεμά και το ζωντανό θέαμα είτε αυτό είναι θέατρο είτε είναι χορός και τα συναφή. Το να τρέχεις σε πολλές διαδρομές ταυτόχρονα είναι μια επικίνδυνη επιλογή. Στην δική μου περίπτωση δεν είναι επιλογή, είναι μάλλον αδυναμία. Μια αδυναμία που υποστηρίζω με κόστος.

Η τέχνη είναι μια ανοησία που γίνεται σημαντική με την επιμονή μας. Φαίνεται πως υπάρχει ανάγκη γι’ αυτήν, έτσι εξηγείται η επιβίωση της.

Ποιά είναι αυτή η ανάγκη; Δε θέλω να απαντήσω. Η απάντηση θα είναι τελείως διάφανη, θα είναι αόριστη και σαχλή, φθαρμένη ήδη. Θα την ακούμε χωρίς να την ακούμε.

Η πρώτη μου «γλώσσα» ήταν η γραφή. Ξεκίνησα να ζωγραφίζω, κάποια στιγμή, γιατί οι λέξεις δεν μπορούσαν να μιλήσουν για την σιωπή. Τα σχήματα και οι ιδέες περιορίζουν την ουσία των πραγμάτων στην προσπάθεια τους να πουν την αλήθεια.
Και οι ακαδημαικοί και οι φιλοσοφούντες ελέγχονται από την σιωπή τους. Αποκτούν αξία από το σημείο που σταματούν να μιλούν, από την επίγνωση της άγνοιας, των ορίων του Λόγου τους. Αν υστερούν σε σιωπή καταλήγουν να είναι, αποκλειστικά, φορείς εξουσίας.
Για χρόνια, εκείνα τα χρόνια, θεωρούσα πως είμαι ζωγράφος ενώ δεν εγκατέλειψα ποτέ την Γραφή. Μελέτησα την Αρχαία Ελληνική και την Ρωμαική-Ανατολική τέχνη μαζί με άλλα πράγματα. Η παρατήρηση και η ζωγραφική από του φυσικού αν και απούσα από την δουλειά μου, παραμένει για μένα επίκαιρη και σημαίνουσα.

Όταν θέλησα να μιλήσω με τους ανθρώπους της γενιάς μου, με την πόλη μου και την εποχή μου, τότε, η ζωγραφική μου φάνηκε δύσκολη, κλειστή, σχεδόν αδιέξοδη. Το να δουλεύεις ένα έργο μήνες για να το αγοράσει ένας εύπορος συμπολίτης και να το τοποθετήσει στο σαλόνι του, έμοιαζε προβληματικό. Πως θα φτιάξεις ένα τραγούδι που θα ακολουθεί τους άλλους και θα τους δίνει δύναμη, θα τους μαλακώνει, θα τους θυμίζει;
Έπρεπε κάτι να κάνω λοιπόν, αν ονειρευόμουν τραγούδια δεν είχα παρά να τραγουδήσω. Είχα μεγαλώσει με μια ασκητική και πολύτιμη στάση απέναντι στην τέχνη αλλά κάτι έπρεπε να επανεξετάσω…
Τότε ήρθα σε κρίση. Συναντήσεις και άλλα γεγονότα, ίσως τυχαία, με οδήγησαν στην φωτογραφία, το σινεμά, το θέατρο και άλλες γλώσσες ζυμωμένες στο δημόσιο χώρο.
Η ελπίδα της συνάντησης
και το θαύμα της θέας του κόσμου
επενδύθηκαν αλλού.
Κι αν ξανάρχισα να «ζωγραφίζω» έγινε χωρίς να το καταλάβω, με τα βίντεο που φτιάχνω.

Αισθάνομαι πως σήμερα οι εκδηλώσεις της τέχνης που δε μπορούν να αποθηκευτούν είναι κρίσιμες. Οι τόνοι μουσικής που υπάρχουν στο διαδίκτυο, οι άπειρες ταινίες, τα βιβλία, οι φωτογραφίες, αλληλοκαταργούνται και η υπερβολή μιας ποιότητας γεννά το αντίθετο της. Αν βάλει κανείς δίπλα σ’αυτό την εκ νέου, παρουσιαζόμενη λατρεία της μηχανής μέσω της (βιο-)τεχνολογίας, το «ποτέ ξανά» της φευγαλέας χειρονομίας ξαναέρχεται στο προσκήνιο να υπερασπιστεί το μη-νόημα της ζωής.
Δεν αισθάνομαι πως τα εικαστικά πράγματα με καλύπτουν ως έχουν αλλά εξακολουθώ να πιστεύω στην δύναμη και την σημασία τους. Αφ’ ενός η αυτοαναφορικότητα τους και ο συντεχνιακός τους Λόγος με φέρνει σε αμηχανία, αφ’ ετέρου αισθάνομαι πως υπερασπίζονται πράγματα μοναδικά, θεμελιώδη, πράγματα, εξοργιστικά ελάχιστα κάποτε, τα οποία όμως ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο έχουν σημασία. Τίποτα ποιο τιποτένιο από τα εικαστικά… Κι αυτό το λέω χωρίς να θέλω να υποτιμήσω καμιάν άλλη καλλιτεχνική γλώσσα.

Η ευαισθησία που επιβιώνει στον χώρο των «εικαστικών» βαστά όρθια γεγονότα και πράγματα μισά και τα ολοκληρώνει δίνοντάς τους χρόνο και χώρο. Κάνοντας τον κόπο. Ασχολείται με τόσο στοιχειώδη και πυρηνικά πράγματα που όλους τους αφορούν και μάλιστα βαθιά. Το παράδοξο είναι πως αυτό το βάθος τους είναι που τα κάνει απροσπέλαστα και εσωστρεφή, αόρατα και άχρηστα σε μια κοινωνία που φλέγεται και αγωνιά. Είναι συναρπαστική η επιμονή (εμμονή) σε ελάχιστα οριακά ανόητα γεγονότα. Θεωρώ ανατρεπτικό και εξαίρετα δημιουργικό τον ιδρώτα που χύνεται για κάτι περιττό. Σήμερα ειδικά που θέλουμε όλα να είναι ποσοτικά αποδοτικά χρηστικά και οικονομικά απολογητέα. Αυτές οι δραστηριότητες ευεργετούν ακόμα κι όσους δεν θα μάθουν ποτέ πως συνέβησαν. Παράγουν χώρο κάνουν τον κόσμο πιο μεγάλο και πιο δίκαιο.

Υπάρχει ελπίδα σ’ όλη αυτή την ανοησία. Μπορεί κάτι να υπάρξει χωρίς αιτία. Μπορεί κάτι να υπάρξει. Μπορεί κάτι να υπάρξει χωρίς αιτία μετρήσιμη.
Δεν αγνοώ παράλληλα πόσο επικίνδυνο είναι να υπάρχει κάτι χωρίς κοινό, χωρίς αναμέτρηση με το κοινό. Το να κάνεις πράγματα τόσο κρυφά, τόσο ελάχιστα, συχνά οδηγεί το έργο να απευθύνεται σε λίγους, σε ένα κοινό ελάχιστο που ανακυκλώνεται και αυτοθαυμάζεται.
Αν σ’αυτό προσθέσει κανείς το γεγονός πως μοιάζει η τέχνη να μην έχει κόστος προσωπικό, να στερείται φιλοσοφικού-θεολογικού-οντολογικού-ηθικού-πολιτικού ερείσματος τότε το πράγμα γέρνει επικίνδυνα. Όμως πρέπει να υπάρχει αυτός ο κίνδυνος. Ο κίνδυνος και η δυνατότητα όλα αυτά που κάνουμε να είναι «μαλακίες».
Ο διαχωρισμός της φιλοσοφίας από την αισθητική μαστίζει ακόμα την σύγχρονη τέχνη και η εμπειρία μου έδειξε πως μόνο κατ’ όνομα αυτό καταγγέλεται. Είμαι πεπεισμένος πως επιτελεί ακόμα και χαιδεύει τον νου κι όχι μόνο πολλών από μας. Αυτός είναι και ο λόγος που γράφω τα περισσότερα σχετικά κείμενα μου υπό μορφήν επιστολής. Δεν με ενδιαφέρει η θεωρία που απευθύνεται στην θεωρία ή στην ιστορία της θεωρίας.

Και για να το πω αλλιώς. Ζητώ διαρκώς την «Θεωρία». Την στιγμή που σταματά το σύμπαν κι αποκαλύπτεται πέρα από εξήγηση η ρωγμή του κόσμου σαν τρομακτική ελπίδα, σαν αόρατο φως κι άχρονος χρόνος. Επιζητώ το φως που δεν έχασα ποτέ. Όπως όλοι…

Εδώ σταματώ με τον φόβο ότι είπα πολλά και με την αίσθηση πως είπα πολύ λίγα και μάλιστα μισά. Θα ήθελα να μιλήσω για την σιωπή όσο κι αν είναι αντιφατικό, θα ήθελα να αναφερθώ στην τόσο αγαπημένη κίνηση των φυκών στους θαλάσσιους βυθούς που απλώνονται κάτω από την επιφάνεια των νερών, της υγρής ύλης. Για τις στέγες που τις λούζει το φως την ημέρα και το σκοτάδι την νύχτα. Για τόσα και τόσα. Έχω βέβαια την ελπίδα πως άλλα έργα και κείμενα που προηγήθηκαν και ακολουθούν θα πλαισιώσουν και θα βοηθήσουν στην κατανόηση, τουλάχιστον, όσων υπερασπίζομαι. Η δουλειά εκτός από ανάγκη (που δεν χρειάζεται δικαίωση) αποτελεί μια μαρτυρία. Οι συζητήσεις μόνο ξεκινούν.

Αλέξανδρος

Advertisements